Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

ΤΙ ΕΙΔΟΥΣ «ΚΟΜΜΑ» ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ;

Toυ Γ. ΣΑΠΟΥΝΑ*

Η μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ του 4,5% σε μαζικό «κόμμα», σε πολιτικό «φορέα» της ριζοσπαστικής αριστεράς, που να αντιστοιχεί στις απαιτήσεις που διαμορφώνει η εκλογική μεγέθυνσή του στα επίπεδα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αποτελεί προφανή ιστορική αναγκαιότητα. Ωστόσο ούτε τα χαρακτηριστικά ενός τέτοιου «κόμματος», ούτε η «τεχνογνωσία» και η μέθοδος, ούτε τα κριτήρια προσέγγισης του ζητήματος είναι αυτονόητα. Η συζήτηση αυτή έχει ανοίξει εν' όψει της συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ τον Δεκέμβρη, όπου θα παρθούν κάποιες πρώτες αποφάσεις σ' αυτή την κατεύθυνση.
Ανεξάρτητα από τις διάφορες απόψεις, προσεγγίσεις, θεωρητικές καταβολές και παραδόσεις η συζήτηση και κυρίως οι επιλογές που γίνονται και θα γίνουν, λαμβάνουν χώρα σε ένα ιστορικό πλαίσιο που τις υπερκαθορίζει.
Αντι­κει­με­νι­κά, ο μα­ζι­κός «φο­ρέ­ας» που συ­γκρο­τεί­ται, κα­λεί­ται να αντι­με­τω­πί­σει το πο­λι­τι­κό και τα­ξι­κό δια­κύ­βευ­μα μέσα στην κλι­μά­κω­ση της κρί­σης, σε χρόνο πε­ριο­ρι­σμέ­νο και συ­μπυ­κνω­μέ­νο, υπό την ασφυ­κτι­κή πίεση των εξε­λί­ξε­ων. Δη­λα­δή μέσα σε συν­θή­κες έκτα­κτης ανά­γκης, στην πιο επι­σφα­λή κα­τά­στα­ση του (αστι­κο) δη­μο­κρα­τι­κού πλαι­σί­ου των τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ε­τιών, με ανοι­χτές τις κα­τευ­θύν­σεις από την δεξιά και ακρο­δε­ξιά αυ­ταρ­χο­ποί­η­ση έως την «κυ­βέρ­νη­ση της αρι­στε­ράς», σε απο­λύ­τως ρευ­στή και απρό­βλε­πτη κα­τά­στα­ση σε ευ­ρω­παϊ­κό και διε­θνές επί­πε­δο.
Τρεις πα­ρα­τη­ρή­σεις σχε­τι­κά με τη συ­ζή­τη­ση για τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και τη λει­τουρ­γία του «νέου» μα­ζι­κού ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ:
Ο ΧΡΟ­ΝΟΣ
Η πρώτη πα­ρα­τή­ρη­ση αφορά στη ση­μα­σία του «σύ­ντο­μου και συ­μπυ­κνω­μέ­νου χρό­νου». Ο μα­ζι­κός «φο­ρέ­ας» της ρι­ζο­σπα­στι­κής αρι­στε­ράς κα­λεί­ται να συ­γκρο­τη­θεί υπό την κα­θο­ρι­στι­κή πίεση της ιστο­ρι­κής «επι­και­ρό­τη­τας». Σή­με­ρα η μάχη για την υπε­ρά­σπι­ση κρι­τη­ρί­ων και πα­ρα­δό­σε­ων δί­νε­ται με όρους «συ­γκε­κρι­μέ­νου», στο πεδίο της πο­λι­τι­κής και του συ­σχε­τι­σμού δύ­να­μης και σε πλαί­σιο κα­θο­ρι­σμέ­νο από την συ­γκυ­ρία, παρά από τη δυ­να­τό­τη­τα όσμω­σης και αντι­πα­ρά­θε­σης «ολο­κλη­ρω­μέ­νων μο­ντέ­λων».
Το επί­πε­δο συ­μπύ­κνω­σης των αντι­φά­σε­ων που αντι­στοι­χεί στον «ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ – αξιω­μα­τι­κή αντι­πο­λί­τευ­ση» σε συν­θή­κες βα­θύ­τα­της κα­πι­τα­λι­στι­κής κρί­σης και με ανοι­χτό το άμεσο εν­δε­χό­με­νο (με­τα­ξύ άλλων) της «κυ­βέρ­νη­σης της Αρι­στε­ράς», βάζει νέους και δια­φο­ρε­τι­κούς όρους στη συ­ζή­τη­ση για το «κόμμα», τον μα­ζι­κό «φορέα», από αυ­τούς που την κα­θό­ρι­ζαν όταν στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ αντι­στοι­χού­σε ένα μικρό εκλο­γι­κό πο­σο­στό.
Η δια­δι­κα­σία «όσμω­σης – αντι­πα­ρά­θε­σης» δεν αφορά σή­με­ρα πρω­τί­στως τη συ­ζή­τη­ση ανά­με­σα στα διά­φο­ρα ρεύ­μα­τα της αρι­στε­ράς, αλλά ανά­με­σα στον «ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ – μα­ζι­κό φορέα της ρι­ζο­σπα­στι­κής αρι­στε­ράς» και στις συ­στη­μι­κές πιέ­σεις στα πλαί­σια της επι­χεί­ρη­σης διείσ­δυ­σης της αγο­ράς και των αστι­κών προ­τύ­πων, με όρους υλι­κούς και ιδε­ο­λο­γι­κούς, μα­ζι­κά μέσα στο «κόμμα», στον «φορέα». Οι ανά­γκες που πα­ρά­γει η κυ­βερ­νη­τι­κή ευ­θύ­νη, οι «δε­ξιό­τη­τες» διοί­κη­σης και δια­χεί­ρι­σης κοι­νω­νι­κών το­μέ­ων (οι «ει­δι­κοί»), τα συ­στή­μα­τα, «οι άν­θρω­ποι της αγο­ράς» και της «διοί­κη­σης» έρ­χο­νται σε επι­κοι­νω­νία με το «κόμμα», τον «φορέα» της αξιω­μα­τι­κής αντι­πο­λί­τευ­σης και της αυ­ρια­νής κυ­βέρ­νη­σης. Αυτό είναι ανα­πό­φευ­κτο. Σε ποιο ορ­γα­νω­τι­κό πλαί­σιο συμ­βαί­νει αυτό; Ανά­λο­γα με την απά­ντη­ση θα δοθεί και το πε­ριε­χό­με­νο στην έν­νοια της δη­μο­κρα­τί­ας καθώς και της αρι­στε­ράς.
Η συ­ντό­μευ­ση και συ­μπύ­κνω­ση του ιστο­ρι­κού χρό­νου, ακρι­βώς λόγω των συ­στη­μι­κών αδιε­ξό­δων της κρί­σης, κα­θι­στά αυτή τη δια­δι­κα­σία, της από­το­μης αλ­λα­γής του ει­δι­κού βά­ρους και της ση­μα­σί­ας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ στο πο­λι­τι­κό και κοι­νω­νι­κό γί­γνε­σθαι, βίαιη και συ­γκρου­σια­κή.
Η πο­λι­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση δια­μορ­φώ­νει τους όρους του μα­ζι­κού ακρο­α­τη­ρί­ου και η κομ­μα­τι­κή συ­γκρό­τη­ση κα­θο­ρί­ζει τον βαθμό και την δυ­να­τό­τη­τα διεκ­δί­κη­σης και υλο­ποί­η­σης της πο­λι­τι­κής κα­τεύ­θυν­σης από την τα­ξι­κή και αρι­στε­ρή σκο­πιά.
Οι ορ­γα­νω­τι­κές επι­λο­γές που θα γί­νουν σ’ αυτό το χρο­νι­κό διά­στη­μα απο­τε­λούν πεδίο και πτυχή της πο­λι­τι­κής αντι­πα­ρά­θε­σης για την πο­λι­τι­κή γραμ­μή της ρήξης ή της ανα­δί­πλω­σης σε πρώτο χρόνο. Ως εκ τού­του οι επι­λο­γές που απο­σκο­πούν στη στή­ρι­ξη της ρι­ζο­σπα­στι­κής αρι­στε­ρής γραμ­μής αφο­ρούν στην ενί­σχυ­ση, όχι γε­νι­κώς των θε­σμι­κών ρυθ­μί­σε­ων του «νέου» μα­ζι­κού φορέα και της φυ­σιο­γνω­μί­ας του, αλλά συ­γκε­κρι­μέ­να στην ενί­σχυ­ση του συ­σχε­τι­σμού των αρι­στε­ρών από­ψε­ων εντός του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και της οι­κο­δό­μη­σής του «απ’ τα κάτω». Καθώς επί­σης και της υπε­ρί­σχυ­σης της πο­λι­τι­κής ένα­ντι του κιν­δύ­νου ανα­δί­πλω­σης δια της πλα­γί­ας και της διείσ­δυ­σης δια­χει­ρι­στι­κών κα­τευ­θύν­σε­ων μέσω της οδού της εξει­δί­κευ­σης και της τε­χνι­κής επε­ξερ­γα­σί­ας, υπό της πίεση της άμε­σης δια­κυ­βέρ­νη­σης. Π.χ. ρυθ­μί­σεις και απο­φά­σεις για την υπε­ρί­σχυ­ση των κομ­μα­τι­κών δια­δι­κα­σιών και απο­φά­σε­ων ένα­ντι της Κοι­νο­βου­λευ­τι­κής Ομά­δας, για την υπε­ρί­σχυ­ση των συλ­λο­γι­κών δια­δι­κα­σιών ένα­ντι των ατο­μι­κών εκ­φω­νή­σε­ων των προ­βε­βλη­μέ­νων στα ΜΜΕ στε­λε­χών, για την αυ­το­νο­μία της πο­λι­τι­κής από­φα­σης αλλά και την αυ­τε­νέρ­γεια και την ορ­γά­νω­ση της δρά­σης στο επί­πε­δο της ορ­γά­νω­σης βάσης κ.λ.π.

Η «ΚΥ­ΒΕΡ­ΝΗ­ΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙ­ΣΤΕ­ΡΑΣ»
Η δεύ­τε­ρη πα­ρα­τή­ρη­ση αφορά στη ση­μα­σία του πε­ριε­χο­μέ­νου της «κυ­βέρ­νη­σης της αρι­στε­ράς». Η «κυ­βέρ­νη­ση της αρι­στε­ράς» δεν είναι «άλλη μια κυ­βέρ­νη­ση» που θα δια­χει­ρι­στεί με τον δικό της τρόπο το συ­νο­λι­κό αστι­κό οι­κο­δό­μη­μα. Γι αυτό εξάλ­λου δεν προ­κύ­πτει συχνά ένα τέ­τοιο εν­δε­χό­με­νο παρά σε συν­θή­κες πολύ βα­θιάς συ­στη­μι­κής κρί­σης όπως στις μέρες μας. Έχει να αντι­με­τω­πί­σει τις προ­κλή­σεις μιας ρήξης με το σύ­στη­μα πολύ πιο συ­νο­λι­κής από την αλ­λα­γή του υπουρ­γι­κού συμ­βου­λί­ου και της χρη­στής δια­χεί­ρι­σης της κυ­βερ­νη­τι­κής εξου­σί­ας. Οι πιέ­σεις που θα δε­χτεί και δέ­χε­ται ήδη από τη θέση της αξιω­μα­τι­κής αντι­πο­λί­τευ­σης αφο­ρούν στο εάν αυτές θα την οδη­γή­σουν σε συμ­βι­βα­σμούς, υπό το κρά­τος βε­βαί­ως των εκ­βια­σμών του συ­στή­μα­τος, πριν την κα­θο­ρι­στι­κή μάχη, πριν δη­λα­δή δη­μιουρ­γη­θούν οι πο­λι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες για την «κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς», με τμή­μα­τα του αντι­πά­λου (της ντό­πιας αστι­κής τάξης και των ευ­ρω­παϊ­κών και διε­θνών κέ­ντρων) ή θα βα­δί­σει προς τη ρήξη και την ανα­τρο­πή με ξε­κά­θα­ρο κρι­τή­ριο τη συ­γκέ­ντρω­ση της δύ­να­μής της (τα­ξι­κή και κοι­νω­νι­κή μο­νο­μέ­ρεια) ει­σερ­χό­με­νη στο πεδίο της άσκη­σης «με­τα­βα­τι­κής πο­λι­τι­κής» όταν ο συ­σχε­τι­σμός της δύ­να­μης θα φα­νε­ρω­θεί στο ίδιο το πεδίο της αντι­πα­ρά­θε­σης.
Η δυ­να­τό­τη­τα μιας τέ­τοιας κυ­βέρ­νη­σης να προ­ω­θή­σει με απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα τα άμεσα συμ­φέ­ρο­ντα του κό­σμου της ερ­γα­σί­ας και της λαϊ­κής πλειο­ψη­φί­ας και να συ­γκρου­στεί με τους δα­νει­στές (ΕΕ, ΔΝΤ) και ταυ­τό­χρο­να με το ντό­πιο αστι­κό μπλοκ εξαρ­τά­ται κα­θο­ρι­στι­κά από το επί­πε­δο ορ­γά­νω­σης των ερ­γα­τι­κών και κοι­νω­νι­κών αντι­στά­σε­ων και από την σκο­πιά του πο­λι­τι­κού υπο­κει­μέ­νου της αρι­στε­ράς, από την άμεση και ενερ­γή συμ­με­το­χή της «βάσης» του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ στη δια­μόρ­φω­ση αλλά και στην υλο­ποί­η­ση της πο­λι­τι­κής του γραμ­μής.
Με άλλα λόγια η πο­λι­τι­κή γραμ­μή και το πε­ριε­χό­με­νο της «κυ­βέρ­νη­σης της αρι­στε­ράς» δεν κρί­νε­ται μόνο στο επί­πε­δο της ηγε­σί­ας και της αυ­ρια­νής κυ­βέρ­νη­σης, αλλά και στο επί­πε­δο της κομ­μα­τι­κής βάσης και στα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και τις δυ­να­τό­τη­τες που θα έχει το ζη­τού­με­νο «κόμμα», ο νέος μα­ζι­κός «φο­ρέ­ας».
Στην πε­ρί­πτω­ση του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, πέρα από την γε­νι­κή δια­πί­στω­ση για τη δια­λε­κτι­κή σχέση κομ­μα­τι­κής συ­γκρό­τη­σης και ηγε­σί­ας ή και κόμ­μα­τος και κυ­βέρ­νη­σης, αυτή η δυ­να­τό­τη­τα επα­λη­θεύ­ε­ται εντε­λώς συ­γκε­κρι­μέ­να καθώς σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις η κί­νη­ση και η πρω­το­βου­λία της «βάσης» κα­θό­ρι­σε την αρι­στε­ρή και κι­νη­μα­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση της γραμ­μής και της φυ­σιο­γνω­μί­ας του. Από τον Δε­κέμ­βρη τους 2008, στις μα­ζι­κές λαϊ­κές και ερ­γα­τι­κές κι­νη­το­ποι­ή­σεις ενά­ντια στα μνη­μό­νια, έως τις πολύ πρό­σφα­τες κι­νη­το­ποι­ή­σεις με τα πανό του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ στις πα­ρε­λά­σεις για την 28η Οκτώ­βρη.
Από τη σκο­πιά της κομ­μα­τι­κής συ­γκρό­τη­σης λοι­πόν, το ζή­τη­μα της κυ­βέρ­νη­σης της αρι­στε­ράς υπο­δει­κνύ­ει συ­γκε­κρι­μέ­νες κα­τευ­θύν­σεις και ενέρ­γειες για την στή­ρι­ξη και τον κα­θο­ρι­σμό της αρι­στε­ρής και ρι­ζο­σπα­στι­κής γραμ­μής: ορ­γά­νω­ση της συλ­λο­γι­κής πο­λι­τι­κής συ­ζή­τη­σης και δρά­σης, απο­φα­σι­στι­κή πρα­κτι­κή πα­ρέμ­βα­ση στο ζή­τη­μα των μελών του κόμ­μα­τος, δη­λα­δή ποιοι να είναι μέλη και ποιοι να μην είναι, στρα­το­λό­γη­ση στο πο­λι­τι­κό σχέ­διο και στο όραμα της ρήξης και της ανα­τρο­πής με σο­σια­λι­στι­κό ορί­ζο­ντα, απο­κλει­σμός των «πο­νη­ρών» που προ­σέρ­χο­νται με κρι­τή­ριο την κυ­βερ­νη­τι­κή προ­ο­πτι­κή, όχι μόνο στις το­πι­κές ορ­γα­νώ­σεις, αλλά και σε άλλα επί­πε­δα της κομ­μα­τι­κής συ­γκρό­τη­σης όπως στα τμή­μα­τα και στις διά­φο­ρες επι­τρο­πές, ακύ­ρω­ση του πα­ρα­γο­ντι­σμού βου­λευ­τών και υπο­ψή­φιων βου­λευ­τών με όρους δια­χεί­ρι­σης, το­πι­κή δράση, δι­κτύ­ω­ση κι­νη­μά­των και χώρων, κα­θο­ρι­σμός της συν­δι­κα­λι­στι­κής γραμ­μής και πρα­κτι­κής «απ’ τα κάτω», οι­κο­δό­μη­ση μα­ζι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων βάσης σε ερ­γα­τι­κούς χώ­ρους, προ­ώ­θη­ση το­πι­κά και κλα­δι­κά πο­λι­τι­κών συμ­μα­χιών της αρι­στε­ράς και των κι­νη­μά­των, άμεση αντι­με­τώ­πι­ση του νε­ο­να­ζι­σμού, αλλά και της κρα­τι­κής και αστυ­νο­μι­κής αυ­θαι­ρε­σί­ας κ.λ.π.
Η ΔΗ­ΜΟ­ΚΡΑ­ΤΙΑ
Η τρίτη πα­ρα­τή­ρη­ση αφορά στην δη­μο­κρα­τία. Στη συ­ζή­τη­ση για το πο­λι­τι­κό υπο­κεί­με­νο της αρι­στε­ράς η έν­νοια της δη­μο­κρα­τί­ας βρί­σκε­ται στο κέ­ντρο. Ωστό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο από ποτέ είναι επεί­γου­σα η ανά­γκη νοη­μα­το­δό­τη­σης και συ­γκε­κρι­με­νο­ποί­η­σης του τι αντι­στοι­χεί στην έν­νοια της δη­μο­κρα­τί­ας, στα πλαί­σια των άμε­σων ανα­γκών του «ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ – μα­ζι­κό υπο­κεί­με­νο της ρι­ζο­σπα­στι­κής αρι­στε­ράς» και πι­θα­νή «κυ­βέρ­νη­ση της αρι­στε­ράς».
Για το «κόμμα», τον «φορέα» της ρι­ζο­σπα­στι­κής αρι­στε­ράς το μέτρο και ο βαθ­μός της δη­μο­κρα­τί­ας αφορά στην εμπι­στο­σύ­νη στην κί­νη­ση και στην αυ­τε­νέρ­γεια των μαζών, του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος και των κι­νη­μά­των και στην εμπι­στο­σύ­νη στον στρα­τη­γι­κό στόχο του Σο­σια­λι­σμού. Η πάλη ενά­ντια στην «γρα­φειο­κρα­τία» είναι πάλη ενά­ντια στις αντι­λή­ψεις της «ανά­θε­σης» στους «ει­δι­κούς». Κάτι τέ­τοιο στη γε­νί­κευ­σή του σή­με­ρα ση­μαί­νει πάλη ενά­ντια στις αυ­τα­πά­τες για τις πραγ­μα­τι­κές δυ­να­τό­τη­τες ρήξης και ανα­τρο­πής απο­κλει­στι­κά εντός των «θε­σμι­κών» - κοι­νο­βου­λευ­τι­κών πλαι­σί­ων μιας (αστι­κής) δη­μο­κρα­τί­ας που ήδη «δια­στέλ­λε­ται» κα­θη­με­ρι­νά προς όφε­λος της κυ­ρί­αρ­χης τάξης, των δα­νει­στών και των πο­λι­τι­κών τους εκ­προ­σώ­πων, διο­λι­σθαί­νο­ντας προς ένα αυ­ταρ­χι­κό, αστυ­νο­μι­κό κρά­τος. Δείγ­μα­τα για τη λει­τουρ­γία των κα­τα­σταλ­τι­κών μη­χα­νι­σμών και με­θό­δων, αλλά και της δήθεν «ανε­ξαρ­τη­σί­ας» των εξου­σιών βλέ­που­με κα­θη­με­ρι­νά. Για τους «φρου­ρούς» της αστι­κής νο­μι­μό­τη­τας η τα­ξι­κή μο­νο­μέ­ρεια είναι αυ­το­νό­η­το κα­θή­κον το οποίο υπη­ρε­τούν χωρίς ανα­στο­λές και χωρίς προ­σχή­μα­τα.
Αυτή η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ως συ­ζή­τη­ση για την αντι­με­τώ­πι­ση των φαι­νο­μέ­νων, αλλά και ως αντα­νά­κλα­ση των πιέ­σε­ων στην δη­μό­σια συ­ζή­τη­ση που κα­θο­δη­γεί το σύ­στη­μα μέσω των ΜΜΕ, αντα­να­κλά­ται και μέσα στο κόμμα. Η τα­ξι­κή, πο­λι­τι­κή και ιδε­ο­λο­γι­κή πάλη δεν στα­μα­τά έξω από το πο­λι­τι­κό υπο­κεί­με­νο της αρι­στε­ράς, πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο όταν αυτό βρί­σκε­ται προ των πυλών της κυ­βερ­νη­τι­κής εξου­σί­ας.
Το μα­ζι­κό «κόμμα, ο «φο­ρέ­ας» της ρι­ζο­σπα­στι­κής αρι­στε­ράς ασφα­λώς δεν μπο­ρεί να βρε­θεί στην εσω­τε­ρι­κή του λει­τουρ­γία πίσω από την αστι­κή νοη­μα­το­δό­τη­ση της δη­μο­κρα­τί­ας η οποία συ­μπυ­κνώ­νε­ται στο δι­καί­ω­μα της «κα­θο­λι­κής ψήφου» και με­τα­φρά­ζε­ται στα πλαί­σια της εσω­κομ­μα­τι­κής δια­δι­κα­σί­ας ως «ένα μέλος – μία ψήφος». Αυτό το δι­καί­ω­μα είναι αδια­πραγ­μά­τευ­το και δια­σφα­λί­ζε­ται. Ωστό­σο σή­με­ρα βρι­σκό­μα­στε μπρο­στά σε ανά­γκες που ξε­περ­νούν κατά πολύ την αυ­το­νό­η­τη ρύθ­μι­ση. Σε έναν «πο­λυ­τα­σι­κό φορέα» όπου επι­πλέ­ον των πα­ρα­δο­σια­κών ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κών τά­σε­ων και ρευ­μά­των της ιστο­ρι­κής αρι­στε­ράς προ­στί­θε­νται οι «τά­σεις» του «ρε­α­λι­σμού» της αγο­ράς και εν γένει του αστι­κού προ­τύ­που «ανά­θε­σης – εκ­προ­σώ­πη­σης – δια­χεί­ρι­σης» ως λο­γι­κή και ανα­πό­φευ­κτη συ­νέ­πεια της με­γέ­θυν­σης του εκλο­γι­κού ακρο­α­τη­ρί­ου, ανα­φύ­ε­ται ένα νέο επί­δι­κο: πρέ­πει να ενι­σχυ­θεί ή να πε­ριο­ρι­στεί η δυ­να­τό­τη­τα της εσω­τε­ρι­κής αντι­πα­ρά­θε­σης και κρι­τι­κής για την πο­λι­τι­κή γραμ­μή και την φυ­σιο­γνω­μία (ιδέες) του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και μά­λι­στα δη­μό­σια;
Οι πιο επα­να­στα­τι­κές πα­ρα­δό­σεις και ιστο­ρι­κές στιγ­μές όλων των ρευ­μά­των της αρι­στε­ράς έχουν απα­ντή­σει χωρίς πε­ρι­στρο­φές: όχι απλά επι­τρέ­πε­ται αλλά επι­βάλ­λε­ται! Έτσι απο­κτά νόημα η δη­μο­κρα­τία και η πο­λυ­τα­σι­κό­τη­τα, όταν η συ­ζή­τη­ση για την στρα­τη­γι­κή και τις πο­λι­τι­κές επι­λο­γές προς όφε­λος του κό­σμου της ερ­γα­σί­ας και της κοι­νω­νι­κής πλειο­ψη­φί­ας γί­νε­ται ανοι­χτά και δη­μό­σια, ακρι­βώς για να δια­μορ­φώ­νει τους όρους της συμ­με­το­χής του ίδιου του λαού στην πο­λι­τι­κή συ­ζή­τη­ση και δράση και να ανα­τρέ­πει συ­στη­μα­τι­κά το κυ­ρί­αρ­χο αστι­κό μο­ντέ­λο της «ανά­θε­σης», συ­γκρο­τώ­ντας το «κόμμα», τον «φορέα» και εκ­παι­δεύ­ο­ντας τα μέλη του σε όλα τα επί­πε­δα ως πο­λι­τι­κό ερ­γα­λείο με ιδε­ο­λο­γι­κό και τα­ξι­κό πρό­ση­μο.
Ένα επό­με­νο ζή­τη­μα που σχε­τί­ζε­ται με την δη­μο­κρα­τι­κή λει­τουρ­γία και έχει απα­σχο­λή­σει από το πα­ρελ­θόν τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ είναι αυτό της συμ­με­το­χής των συ­νι­στω­σών του στα όρ­γα­να «εξ οφί­τσιο», με πο­σό­στω­ση. Στο πα­ρελ­θόν αυτή η συ­ζή­τη­ση είχε ανοί­ξει κυ­ρί­ως ως έκ­φρα­ση και απαί­τη­ση των μη ενταγ­μέ­νων σε συ­νι­στώ­σες «συ­ρι­ζαί­ων» που διεκ­δι­κού­σαν, και σωστά, την κα­θιέ­ρω­ση της ιδιό­τη­τας του μέ­λους με δι­καιώ­μα­τα και υπο­χρε­ώ­σεις και την λει­τουρ­γία του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ στη βάση «ένα μέλος – μία ψήφος». Σή­με­ρα η συ­ζή­τη­ση αυτή επα­νέρ­χε­ται, πλην όμως όχι πια «απ’ τα κάτω» αλλά, καθώς φαί­νε­ται, με πο­λι­τι­κή σκο­πι­μό­τη­τα και εκ του πο­νη­ρού! Ασφα­λώς ο στό­χος είναι και πρέ­πει να είναι το ενιαίο «κόμμα», «φο­ρέ­ας» ή «πο­λι­τι­κό υπο­κεί­με­νο» με αντί­στοι­χα ενιαίο τρόπο λει­τουρ­γί­ας και κα­νό­νες για όλους/ες. Ωστό­σο εδώ χρειά­ζο­νται κά­ποιες διευ­κρι­νή­σεις αλλά και το ανα­γκαίο πο­λι­τι­κό και ιδε­ο­λο­γι­κό πε­ριε­χό­με­νο της συ­ζή­τη­σης από αρι­στε­ρή και τα­ξι­κή σκο­πιά.
Ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ είναι ένα σχήμα με πλή­θος «συ­νι­στω­σών» και «τά­σε­ων» που όψιμα, ως ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ – ΕΚΜ αυ­ξή­θη­καν πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ανά­με­σα σ’ αυτές υπάρ­χουν ορ­γα­νώ­σεις και συλ­λο­γι­κό­τη­τες ιδε­ο­λο­γι­κής ενό­τη­τας, όπως οι πε­ρισ­σό­τε­ρες ιδρυ­τι­κές συ­νι­στώ­σες του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, αλλά και πο­λι­τι­κής ενό­τη­τας όπως είναι ο Συ­να­σπι­σμός. Σ’ έναν ευ­ρύ­τε­ρο σχη­μα­τι­σμό πο­λι­τι­κής ενό­τη­τας όπως είναι ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, η πρώτη συ­νι­στώ­σα που πρέ­πει να δώσει απά­ντη­ση στο ζή­τη­μα της «αυ­το­διά­λυ­σης» των συ­νι­στω­σών είναι ο ίδιος ο Συ­να­σπι­σμός, ώστε ν’ ανοί­ξει ο δρό­μος για τη συ­γκρό­τη­ση ευ­ρύ­τε­ρων «ορι­ζό­ντιων» ιδε­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κών τά­σε­ων και συ­σχε­τι­σμών. Ωστό­σο ακόμη και τότε το ερώ­τη­μα της αυ­το­νο­μί­ας «χώρων» ιδε­ο­λο­γι­κής ενό­τη­τας πα­ρα­μέ­νει ανοι­χτό προς συ­ζή­τη­ση. Στην πα­ρού­σα φάση ωρί­μαν­σης της δια­δι­κα­σί­ας και λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τον πα­ρά­γο­ντα «χρόνο» η ρύθ­μι­ση για τη δυ­να­τό­τη­τα «δι­πλής έντα­ξης» στον μα­ζι­κό «φορέα» και σε συ­νι­στώ­σα αντι­στοι­χεί στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.
Έτσι λοι­πόν είναι του­λά­χι­στον αντι­φα­τι­κό και πο­λι­τι­κά υπο­κρι­τι­κό η Ενω­τι­κή Κί­νη­ση(Κου­ρου­πλής, Μη­τρό­που­λος κ.α.) η οποία πολύ πρό­σφα­τα ορ­γά­νω­σε δη­μό­σια εκ­δή­λω­ση χρη­σι­μο­ποιώ­ντας αυ­θαί­ρε­τα τον τίτλο ΕΚΜ - λες και ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ – ΕΚΜ είναι άθροι­σμα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και της συ­γκε­κρι­μέ­νης ομά­δας - να δη­λώ­νει πως δεν συ­γκρο­τεί συ­νι­στώ­σα και να ομνύ­ει υπέρ «δη­μο­κρα­τί­ας» και αυ­το­διά­λυ­σης των συ­νι­στω­σών.
Τέλος δεν είναι δυ­να­τόν όλη αυτή η φι­λο­λο­γία, εντε­λώς απο­γυ­μνω­μέ­νη από τα πο­λι­τι­κά πε­ριε­χό­με­νά της, να ανα­πα­ρά­γε­ται άμεσα ή έμ­με­σα απ’ όσα στε­λέ­χη έχουν τη δυ­να­τό­τη­τα της δη­μό­σιας και μα­ζι­κής εκ­φώ­νη­σης στα οποία δεν πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται κατά κα­νό­να εκ­πρό­σω­ποι των «εγκα­λού­με­νων» συ­νι­στω­σών.
Η απά­ντη­ση σ’ αυτό το «κου­βά­ρι» προ­κύ­πτει αβί­α­στα μόλις δώ­σου­με πο­λι­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο στη συ­ζή­τη­ση. Η πλειο­ψη­φία των ιδρυ­τι­κών συ­νι­στω­σών του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ απο­τε­λεί­ται από ορ­γα­νώ­σεις - φο­ρείς ιστο­ρι­κών ρευ­μά­των της αρι­στε­ράς, αφε­νός μι­κρές σε μέ­γε­θος για λό­γους κυ­ρί­ως ιστο­ρι­κούς, αφε­τέ­ρου το­πο­θε­τη­μέ­νες σχε­δόν μό­νι­μα στην αρι­στε­ρή, ρι­ζο­σπα­στι­κή πλευ­ρά του σχη­μα­τι­σμού. Η συ­ζή­τη­ση για τη λει­τουρ­γία του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, στο επί­πε­δο των συ­νι­στω­σών και των τά­σε­ών του αφορά, στην ουσία, την πο­λι­τι­κή και ιδε­ο­λο­γι­κή του φυ­σιο­γνω­μία και δεν απα­ντιέ­ται με τα αστι­κά πρό­τυ­πα περί δη­μο­κρα­τί­ας, αλλά αντί­θε­τα απο­τε­λεί δια­δι­κα­σία πο­λι­τι­κής και ιδε­ο­λο­γι­κής αντι­πα­ρά­θε­σης και σύν­θε­σης στο πεδίο της τα­ξι­κής και πο­λι­τι­κή πάλης στην ίδια την κοι­νω­νία. Απ’ αυτή τη σκο­πιά οι πιο ση­μα­ντι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις πραγ­μα­τι­κής δη­μο­κρα­τι­κής συ­γκρό­τη­σης αφο­ρούν στην εξα­σφά­λι­ση της ισό­τι­μης προ­βο­λής όλων των από­ψε­ων σε βάση πο­λι­τι­κή και ιδε­ο­λο­γι­κή και όχι σε βάση «προ­σω­πι­κή – πα­ρα­γο­ντί­στι­κη» και της δυ­να­τό­τη­τας συ­γκρό­τη­σης συ­σχε­τι­σμών από την «βάση» μέχρι την ηγε­σία με όρους συλ­λο­γι­κής και δη­μό­σιας συ­ζή­τη­σης και αντι­πα­ρά­θε­σης.

ΣΥ­ΜΠΕ­ΡΑ­ΣΜΑ
Με βάση τις πα­ρα­πά­νω πα­ρα­τη­ρή­σεις σή­με­ρα πρέ­πει να πα­λέ­ψου­με για τη συ­γκρό­τη­ση κομ­μα­τι­κής λει­τουρ­γί­ας η οποία να δη­μιουρ­γεί όρους μα­ζι­κής συμ­με­το­χής και στρά­τευ­σης και να ορ­γα­νώ­νει τη συλ­λο­γι­κή πο­λι­τι­κή και ιδε­ο­λο­γι­κή συ­ζή­τη­ση ανα­ζω­πυ­ρώ­νο­ντας το απε­λευ­θε­ρω­τι­κό, αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κό όραμα του Σο­σια­λι­σμού. Να αντι­πα­ρα­βά­λει τα πρό­τυ­πα της συλ­λο­γι­κό­τη­τας και της ου­σια­στι­κής δη­μο­κρα­τί­ας με όρους τα­ξι­κού κρι­τη­ρί­ου και συλ­λο­γι­κής συ­ζή­τη­σης, από­φα­σης και δρά­σης «απ’ τα κάτω» απέ­να­ντι στα αστι­κά πρό­τυ­πα των αρ­χη­γών, των «ει­δι­κών», των πα­ρα­γό­ντων, των πε­λα­τεια­κών σχέ­σε­ων, της δη­μο­φι­λί­ας και της ανά­θε­σης. Να προ­ε­τοι­μά­ζει τη μόνη πραγ­μα­τι­κή δύ­να­μη που μπο­ρεί να στη­ρί­ξει ρή­ξεις και ανα­τρο­πές, τη σύ­γκρου­ση με το αστι­κό μπλοκ και τον φα­σι­σμό, αυτή του κό­σμου της ερ­γα­σί­ας και της λαϊ­κής πλειο­ψη­φί­ας, στη­ρί­ζο­ντας σή­με­ρα την «αξιω­μα­τι­κή αντι­πο­λί­τευ­ση» και αύριο την «κυ­βέρ­νη­ση της αρι­στε­ράς» στις δύ­σκο­λες μάχες που πρέ­πει να δώσει, προ­φυ­λάσ­σο­ντάς την ταυ­τό­χρο­να απ’ τη διο­λί­σθη­ση στην προ­σαρ­μο­γή και την εν­σω­μά­τω­ση.

*μέλος της Γραμ­μα­τεί­ας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου